Στους περισσότερους από εμάς το Βοτοx είναι γνωστό από τις αισθητικές θεραπείες του προσώπου για την αντιμετώπιση των ρυτίδων. Πρόκειται όμως για μια ουσία που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση άλλων παθήσεων. Η πρώτη από αυτές, ήταν o στραβισμός (αλληθώρισμα) των ματιών. Οι ενέσεις με βοτουλυνική τοξίνη (Βotox) χρησιμοποιούνται ως θεραπευτικό μέσο σε πολλούς τύπους στραβισμού και σε προβλήματα κινητικότητας των οφθαλμών.

Ουσιαστικά με το Botox επιτυγχάνουμε την εκλεκτική παράλυση κάποιων οφθαλμοκινητικών μυών. Όταν αυτό γίνει σωστά, έχει ως αποτέλεσμα να επαναφέρουμε την οφθαλμοκινητική ισορροπία του ματιού, τουλάχιστον στην πρωτεύουσα βλεμματική θέση  δηλαδή όταν κοιτάζουμε ευθεία μπροστά. Έτσι ευθυγραμμίζονται τα μάτια ενώ συγχρόνως αντιμετωπίζεται και η πολύ ενοχλητική διπλωπία που εμφανίζεται στους ανθρώπους που έχουν αναπτύξει τον παραλυτικό στραβισμό. Η δράση του φαρμάκου διαρκεί για εβδομάδες (μέχρι και 4 μήνες) ενώ μπορούμε να επαναλάβουμε τις εγχύσεις μετά από αυτό το χρονικό διάστημα.

Πρόκειται για μια πολύ αποτελεσματική τεχνική στις περιπτώσεις ανθρώπων που αναμένεται να χειρουργηθούν για τον στραβισμό μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και πρέπει να αντιμετωπιστούν με κάποιο τρόπο μέχρι να πραγματοποιηθεί το χειρουργείο. Επιπλέον, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις παραλυτικών στραβισμών των ενηλίκων παρατηρείται υποχώρηση όλου ή ενός μεγάλου ποσοστού του στραβισμού μέσα σε 6 μήνες. Επομένως οι ασθενείς αυτοί δεν έχει νόημα να αντιμετωπιστούν χειρουργικά, καθώς τα αποτελέσματα μιας χειρουργικής επέμβασης είναι μόνιμα. Αντίθετα με τη χρήση του Botox είναι δυνατή η ευθυγράμμιση των ματιών στο μεσοδιάστημα που έτσι και αλλιώς θα έπρεπε να περιμένουμε για την αυτόματη υποχώρηση.

Η διαδικασία είναι σχετικά απλή απαιτεί όμως εμπειρία και εξειδικευμένες γνώσεις. Στην αρχή βάζουμε αναισθητικές σταγόνες. Η σωστή θέση για να γίνει η ένεση βρίσκεται με τη χρήση μιας συσκευής που ονομάζεται ηλεκτρομυογράφος. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να γίνει με αποκάλυψη του μυός και απευθείας έγχυση του φαρμάκου στον μυ. Η διαδικασία είναι σύντομη και διαρκεί λίγα λεπτά.

Η θεραπεία αυτή είναι ασφαλής και εμφανίζει λίγες και αντιμετωπίσιμες επιπλοκές.